ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Πρὸς τοὺς ἀπανταχοῦ Ὀρθοδόξους.

Κρατώμεν τῆς ὁμολογίας, ἥν παρελάβομεν ἄδολον, παρά τηλικούτων ἀνδρῶν, ἀποστρεφόμενοι πάντα νεωτερισμόν, ὡς ὑπαγόρευμα τοῦ Διαβόλου.Ὁ δεχόμενος νεωτερισμόν, κατελέγχει ἐλλειπή τὴν κεκηρυγμένην Ὁρθόδοξον πίστην.
Ἀλλ’ αὔτη πεπληρωμένη ἤδη ἐσφράγισται, μὴ ἐπιδεχόμενη μήτε μείωσιν, μήτε αὔξησιν, μήτε ἀλλοίωσιν, καὶ ὁ τολμών ἤ πράξαι ἤ συμβουλεύσαι ἤ διανοηθήναι τοῦτο, ἤδη ἠρνήθη τὴν πίστιν τοῦ Χριστού, ἤδη ἐκουσίως καθυπεβλήθη εἰς τὸ αἰώνιον ἀνάθεμα, διὰ τὸ βλασφημεῖν εἰς τὸ Πνεύμα τὸ Ἅγιον, ὡς τάχα μὴ ἀρτίως λαλήσαν ἐν ταῖς Γραφαῖς καὶ Οἰκουμενικαῖς Συνόδοις…Ἄπαντες οὐν οἱ νεωτερίζοντες ἤ αἰρέσει ἤ σχίσματιἐκουσίως ἐνεδύθησαν κατάρα ὡς ἰμάτιον (Ψαλμ-ΡΗ’18), κἄν τε Πάπαι, κἄν τε Πατριάρχαι, κἄν τε κληρικοί, κἄν τε λαϊκοί, κἄν Ἄγγελος ἐξ Οὐρανοῦ.

Ἄνθιμος ἐλέω Θεοῦ Ἀρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως Νέας Ρώμης ἤ Οἰκουμ. Πατρ.
Ἰερόθεος ἐλέω Θεοῦ Πάπας καὶ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας καὶ πᾶσης Αἰγύπτου.
Μεθόδιος ἐλέω Θεοῦ Πατριάρχης Ἀντιοχείας.
Κύριλλος ἐλέω Θεοῦ Πατριάρχης Ἰεροσολύμων.
Καὶ αἱ περὶ αὐτοὺς Ἱεραὶ Συνόδοι.
Ἐν Κωνσταντινούπολει τὸ σωτήριον ἔτος 1848.

Κύριε Κύριε, οὐ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν,

«....πολλοὶ ἐροῦσίν μοι ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, Κύριε Κύριε, οὐ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δαιμόνια ἐξεβάλομεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δυνάμεις πολλὰς ἐποιήσαμεν; καὶ τότε ὁμολογήσω αὐτοῖς ὅτι Οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς· ἀποχωρεῖτε ἀπ' ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν (Κατά Ματθ. 21-24) 2)

Δεν είστε θύμα, είστε θύτης. κ. Πρωθυπουργέ, !!!!

Δεν είστε θύμα, είστε θύτης. κ. Πρωθυπουργέ, !!!!
ΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΊΝΕΤΕ, Κ. ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΈ;

μη πλανάσθε· ούτε πόρνοι ούτε ειδωλολάτραι ούτε μοιχοί

Ο Απόστολος Παύλος λέει «…μη πλανάσθε· ούτε πόρνοι ούτε ειδωλολάτραι ούτε μοιχοί ούτε μαλακοί ούτε αρσενοκοίται 10 ούτε πλεονέκται ούτε κλέπται ούτε μέθυσοι, ου λοίδοροι, ουχ άρπαγες βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι. 11 και ταύτά τινες ήτε· αλλά απελούσασθε, αλλά ηγιάσθητε, αλλά εδικαιώθητε εν τω ονόματι του Κυρίου Ιησού και εν τω Πνεύματι του Θεού ημών.» (Α’ Κορ.6:9-11).

ΑΓΑΠΗ ΕΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

ΑΓΑΠΗ ΕΝ ΑΛΗΘΕΙΑ..ΚΑΤΑ ΤΟΝ Γ.ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΗΤΑΝ [ Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΣΥΧΡΟΝΩΝ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΤΡΑΧΥΤΙΤΑ ΤΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ].Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΚΡΙΝΕΙ ΚΑΙ ΔΙΚΑΖΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΝΗΡΟ. ΑΥΤΗ ΕΙΝΕ Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ -ΣΤΑΥΡΟΥ - ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΠΛΟΣ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΣΜΟΣ.

έλειπαν 13 ολόκληρες ημέρες,

Όσο κι αν ψάξετε, σε οποιοδήποτε αρχείο των ελληνικών ληξιαρχείων, δεν πρόκειται να βρείτε ούτε έναν Έλληνα ή Ελληνίδα που να έχει καταχωρηθεί με ημερομηνία γέννησης από 16 έως 28 Φεβρουαρίου 1923! Αυτό αποκαλύπτει ο κ. Διονύσης Σιμόπουλος, Διευθυντής του Ευγενιδείου Πλανηταρίου. Όχι, φυσικά, γιατί δεν.... είχαμε ούτε μία γέννα σε μία ολόκληρη περίοδο 13 ημερών, αλλά γιατί απλούστατα το 1923 είχε μόνο 352 ημέρες"! Όπως εξηγεί ο κ. Σιμόπουλος, από τον Φεβρουάριο του 1923, έλειπαν 13 ολόκληρες ημέρες, δηλαδή το διάστημα μεταξύ 16 και 28 Φεβρουαρίου, ο ήλιος αποκοιμήθηκε, καί ξύπνησε μετά από 13 μέρας..

ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ' ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω»

Ο Απόστολος Παύλος μας λέγει: «ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ' ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω». Τολμηρό αυτό που μας λέγει ο απόστολος Παύλος! «ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ»!! Φαντάζεστε αυτούς που αρέσκονται εις τα θαύματα να έβλεπαν άγγελο να τους λέγει «ακολουθήστε το νέο ημερολόγιο των Παπών της Δύσεως»!!! Εως και αυτόν τον ίδιο τον Παύλο θα αναθεμάτιζαν!!!

Εσύ σε ποια Εκκλησία ανήκεις;

‎"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Γρηγόριος ο Θεολόγος «Εσύ σε ποια Εκκλησία ανήκεις; Σε αυτήν του Βυζαντίου, της Ρώμης, της Αντιόχειας, της Αλεξάνδρειας ή της Ιερουσαλήμ;;;;; Τότε ο δίκαιος απάντησε σοφά: «Ο Κύριός μας Χριστός χαρακτήρισε Καθολική Εκκλησία εκείνη την Εκκλησία, η οποία διατηρεί την αληθινή και ομολογιακή παρακαταθήκη της πίστης.!!!!!! αγίου Μαξίμου Ομολογητού:

δύο μορφές ταπεινώσεως

«Υπάρχουν δε δύο μορφές ταπεινώσεως, όπως ακριβώς και δύο μορφές υπερηφάνειας. Η πρώτη υπερηφάνεια είναι όταν εξουθενώνει κανείς τον αδελφό του, όταν τον εξευτελίζει σαν να μη είναι τίποτα και θεωρεί τον εαυτό του ανώτερό του. Αν αυτός που θα πέσει σε αυτήν την υπερηφάνεια δεν φροντίσει γρήγορα με τη κατάλληλη προσοχή και επιμέλεια να διορθωθεί σιγά -σιγά φτάνει στην δεύτερη υπερηφάνεια και καταντά να υπερηφανεύεται απέναντι στον ίδιο τον Θεό και να πιστεύει πως οτιδήποτε κατορθώνει οφείλεται στις δυνάμεις του και όχι στον Θεό. Πραγματικά αδελφοί μου, κάποτε είδα έναν που είχε καταντήσει στην ελεεινή αυτή κατάσταση. Στην αρχή αν του έλεγε κανένας αδελφός κάτι τον έφτυνε και έλεγε: ‘’Ποιος είναι αυτός; Δεν αξίζει κανένας παρά μόνο ο Ζωσιμάς και οι μαθητές του’’. Μετά άρχισε να εξευτελίζει και αυτούς και να λέει: ‘’Δεν αξίζει κανένας παρά μόνο ο Μακάριος’’. Και μετά από λίγο άρχισε πάλι να λέει: ‘’Τι είναι ο Μακάριος; Τιποτένιος, μόνο ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος αξίζουν’’. Μετά από λίγο άρχισε και αυτούς να τους εξευτελίζει λέγοντας: ‘’Τι είναι ο Βασίλειος και τι είναι ο Γρηγόριος; Τιποτένιοι. Μόνο ο Πέτρος και ο Παύλος αξίζουν’’. Του λέω: ‘’Πραγματικά αδελφέ μου και αυτούς θα τους απορρίψεις’’. Πιστέψετε με, μετά από λίγο καιρό άρχισε να λέει: ‘’Τι είναι ο Πέτρος και ο Παύλος; Τιποτένιοι. Μόνο η Αγία Τριάδα αξίζει’’. Μετά υπερηφανεύτηκε και εναντίον του ίδιου του Θεού και έτσι έχασε τα λογικά του. Για αυτό πρέπει να αγωνιζόμαστε αδελφοί μου, εναντίον της πρώτης υπερηφάνειας για να μην καταλήξουμε μετά από λίγο στην τέλεια υπερηφάνεια».

(Αββά Δωρόθεου, Έργα Ασκητικά, Διδασκαλία περί ταπεινοφροσύνης, σελ. 129).

ΤΟ ΝΕΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΩΣ ΘΗΡΙΟ !!!!

Ἰδού τί γράφει εἰς τήν «ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ» σελίς 4, ὁ κλεινός Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Δοσίθεος:

«Τέσσαρα μεγάλα θηρία ἐγέννησεν ὁ ΙΣΤ’ αἰών: Τήν αἴρεσιν τοῦ Λουθήρου, τήν αἴρεσιν τοῦ Καλβίνου, τήν αἴρεσιν τῶν Γιεζουβιτῶν, (Ἰησουιτῶν. Τάγμα θανάτου τοῦ Πάπα. Σκοπός του ἡ διάδοσις τοῦ Παπισμοῦ καί ἡ ὑποταγή ὅλων ὑπό τόν Πάπα) καί τήν αἴρεσιν τοῦ Νέου Καλενδαρίου· (Σ.σ. ἡμερολογίου). … κατά δέ τῆς αἱρέσεως τοῦ Νέου Καλενδαρίου ἀπεφάνθη ἡ ἐν Κων/πόλει μεγάλη Οἰκουμενική Σύνοδος τῶ 1593».Ο ΙΕΡΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ Δοσίθεος: ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΙ ΤΟ ΝΕΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΩΣ ΘΗΡΙΟ !!!!.


Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΑΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ ΣΥΧΝΑ ΣΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΡΑΠΤΑ ΤΟΥ ΔΟΣΙΘΕΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ Ο ΙΔΙΟΣ ΑΠΟΚΑΛΕΙ ΙΕΡΟ..

.

Ο ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΗΤΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΣΠΑΝΙΟΤΑΤΗ ΜΟΡΦΩΣΗ. Η ΔΩΔΕΚΑΒΙΒΛΟΣ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΑΝΑΓΚΑΙΟ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑ ΕΙΔΙΚΑ ΓΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥΣ.

ὀφθαλμὸν μὲν ἐκκόψωμεν

Βαδίζοντες δὲ τὴν ἀπλανῆ καὶ ζωηφόρον ὁδόν, ὀφθαλμὸν μὲν ἐκκόψωμεν σκανδαλίζοντα· μὴ τὸν αἰσθητόν, ἀλλὰ τὸν νοητόν· οἷον ἐὰν ὁ ἐπίσκοπος ἢ ὁ πρεσβύτερος, οἱ ὄντες ὀφθαλμοὶ τῆς Ἐκκλησίας, κακῶς ἀναστρέφωνται καὶ σκανδαλίζωσι τὸν λαόν, χρὴ αὐτοὺς ἐκβάλλεσθαι. Συμφέρον γὰρ ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον, ἢ μετ' αὐτῶν ἐμβληθῆναι, ὡς μετὰ Ἄννα καὶ Καϊάφα, εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός.

Ὁ ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης, ἀκολουθώντας τὸ Μ. Ἀθανάσιο, ἀπαγορεύει τὴν «κοινωνία» ὄχι μόνο μὲ αἱρετικούς, ἀλλὰ καὶ μὲ ἐκείνους ποὺ ἐπικοινωνοῦν μὲ αἱρετικούς. Λέγει:
«τοῦ τε Ἁγίου Ἀθανασίου προστάσσοντος μηδεμίαν κοινωνίαν ἔχειν ἡμᾶς πρὸς τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ μὴν μηδὲ πρὸς τοὺς κοινωνοῦντας μετὰ τῶν ἀσεβῶν»
(Ἐπιστολαί, 466, l.17-18).

Καὶ ὁ Πατριάρχης Κων/πόλεως, ἅγιος Γερμανὸς ὁ νέος, συμβουλεύει τὴν ἀποχὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μὲ ἐκείνους τοὺς «ὀρθόδοξους» ποὺ κοινωνοῦσαν μὲ τοὺς Λατίνους. Συμβούλευε ἀκόμα τους λαϊκούς, νὰ φεύγουν ὁλοταχῶς ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς, ποὺ ἔδειξαν ὑποταγὴ στοὺς Λατίνους, καὶ μήτε σὲ Ἐκκλησία ποὺ ἐκεῖνοι λειτουργοῦν νὰ πηγαίνουν, μήτε νὰ παίρνουν εὐλογία ἀπὸ τὰ χέρια τους. Καλύτερα νὰ προσεύχεστε μόνοι στὰ σπίτια σας, παρὰ νὰ συγκεντρώνεστε στὴν ἐκκλησία μαζὶ μὲ τοὺς Λατινόφρονες κληρικοὺς καὶ λαϊκούς.http://www.facebook.com/photo.php?fbid=328244863964089&set=o.425047610867614&type=1&theater.

διῶκτες τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ;

Τί συμβαίνει στούς διῶκτες τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ; ῾Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς .
Ρωτήστε τον διώκτη της Εκκλησίας Σαύλο (Σαούλ), τί του συνέβη. «Σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίξειν» (Πράξεις 26, 14), του είπε ο Κύριος και ο Σαύλος βαπτίστηκε και έγινε ο Παύλος, ο Απόστολος.
Τί συνέβη στον Ηρώδη, τον πρώτο διώκτη των χριστιανών; Τί συνέβη στον Ιουλιανό τον Παραβάτη.; Πέθαναν και οι δύο με φρικτό θάνατο, ενώ οι θεοστυγείς δολοπλοκίες τους εναντίον του Χριστού διαλύθηκαν σαν καπνός.
Αλλά έτσι συνέβαινε πάντα στην ιστορία: κάποιοι διώκτες μεταστρέφονταν στον χριστιανισμό, ενώ άλλοι πέθαιναν με φρικτούς θανάτους. Πάντοτε οι προσπάθειες του ενός ή του άλλου χριστιανομάχου εκμηδενίζονται, διαλύονται σαν καπνός.
Όταν ο αυτοκράτορας Αδριανός επιτέθηκε στην Ιερουσαλήμ, ήθελε να εκδικηθεί τους Ιουδαίους και τους χριστιανούς, διότι δεν ξεχώριζε τους χριστιανούς από τους Ιουδαίους. Διασκόρπισε τους Ιουδαίους σε όλο τον κόσμο κι έκτισε έναν ειδωλολατρικό ναό στο σημείο όπου βρισκόταν ο Ναός του Σολομώντος. Επίσης μετονόμασε την Ιερουσαλήμ «Αϊλία», με βάση το όνομα του «Αΐλιος» και απαγόρευσε σε οποιονδήποτε να ονομάζει την πόλη αυτή Ιερουσαλήμ. Έκτισε ναό προς τιμήν του φαύλου Ερμή στον Γολγοθά, άλλον ναό για τον Δία πάνω από τον τάφο του Κυρίου κι έναν ναό προς τιμήν του Άδωνη, στη Βηθλεέμ.
Πράγματι πόσο τραγικό θα ήταν, για τους χριστιανούς εκείνης της εποχής, να βλέπουν τα ιερά τους προσκυνήματα να χλευάζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο! Αλλά όμως στο τέλος τί συνέβη; Ο αυτοκράτορας Αδριανός βρήκε φρικτό θάνατο και όσο για τους ειδωλικούς ναούς του, αυτοί κατακρημνίστηκαν την εποχή των θεοστέπτων αγίων βασιλέων Κωνσταντίνου και Ελένης, της αυτοκράτειρας μητέρας του. Στη θέση τους ανεγέρθηκαν περικαλλείς χριστιανικοί ναοί, που μέχρι σήμερα στέκουν ακλόνητοι!
«Σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν». Ω, πόσο μάταιη και χαμένη είναι κάθε μάχη εναντίον του Χριστού!
(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς,

«Ἔστι κακή ὁμόνοια, καί καλή διαφωνία

Ὁ μεγάλος θεολόγος τοῦ ΙΕ αἰῶνος, ‘Ιωσήφ ὁ Βρυέννιος λέγει: «Ἔστι κακή ὁμόνοια, καί καλή διαφωνία. Ἔστι σχισθῆναι καλῶς καί ὁμονοῆσαι κακῶς. Οἷς γάρ ἡ φιλία ἀπωλείας πρόξενος, τούτοις τό μῖσος ἀρετῆς ὑπόθεσις γίνεται. Καί κρείσσων ἐμπαθοῦς ὁμονοίας, ἡ ὑπέρ ἀπαθείας διάστασις. Καλόν τό εἰρηνεύειν πρός πάντας, ἀλλ’ ὁμονοοῦντας πρός τήν εὐσέβειαν. Ἡ γάρ εἰρήνη μετά μέν τοῦ ἰδίου καί πρέποντος, κάλλιστον ἐστι κτῆμα καί λυσιτελέστατον, μετά δέ κακίας, ἤ δουλείας ἐπονειδίστου, πάντων αἴσχιστον καί τε καί βλαβερώτατον. Ἐπεί οὐδείς δύναται κτήσασθαι τήν ἀγάπην τῶν πονηρῶν καί κακῶν, χωρίς κακίας καί πονηρίας. Μεγάλη δέ ἀρετή τοῦ δικαίου, ὅταν ἔχη τούς τοῦ Θεοῦ ἐχθρούς, ἐχθρούς, καί τούς αὐτοῦ φίλους, φίλους, ὥσπερ μεγάλη κακία ἁμαρτωλοῦ, ὅταν τούς τοῦ Θεοῦ φίλους ἔχη ἐχθρούς, καί τούς ἐχθρούς αὐτοῦ φίλους (Ἰωσήφ Βρυεννίου, Τά Εὑρεθέντα, Τόμος Β, σελ. 22)

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΕΛΧΙΣΕΔΕΚ ΤΙΝΟΣ ΕΝΕΚΕΝ ΕΚΛΗΘΗ Ο ΜΕΛΧΙΣΕΔΕΚ, ΑΠΑΤΩΡ, ΑΜΗΤΩΡ, ΚΑΙ ΑΓΕΝΕΑΛΟΓΗΤΟΣ; Εκ των απάντων του εν αγίοις πατρός ημών Αθανασίου Επισκόπου Αλεξανδρείας. (Τομ. β’, σελ. 7) Εν τω καιρώ εκείνω, ην τις βασίλισσα Σαλήμ, κατά το όνομα της πόλεως· εγέννησε δε Σαλαάδ· Σαλαάδ δε εγέννησε Μελχί, Μελχί δε έσχε γυναίκα και το όνομα αυτής Σαλήμ· έτεκε δύο υιούς, ένα καλούμενον Μελχί, και έτερον τον Μελχισεδέκ· ην δε ο ΠΑΤΗΡ ΑΥΤΩΝ ΕΛΛΗΝ άσωτος, θυσίας επιτελών τοις ειδώλοις· ην δε θυσιάζων εν τω Δωδεκαθέω και λέγει Μελχί ο βασιλεύς τω αυτώ υιώ, Μελχισεδέκ, λάβε μετά σου εκ των παιδαρίων και άπελθε εις το βουκόλιον, και προσάγαγέ μοι επτά μόσχους, ίνα θύσωμεν τοις θεοίς. Απερχομένω ουν τω Μελχισεδέκ έννοια θεϊκή επήλθεν αυτώ κατά την οδόν, και ατενίσας τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν ητένιζε τω ηλίω και ενεθυμείτο περί της σελήνης και των αστέρων, και εν αυτώ γενόμενος είπεν. Είτις εποίησε τον ουρανόν, την γην και την θάλασσαν και τα άστρα, εκείνω οφείλει δοθήναι η θυσία τω κτίσαντι αυτά· έκδηλόν μοι ποιούσι τα σημεία του ουρανού, ότι ο Κτίστης επάνω αυτών επαναπαύεται, άφθαρτος, αθάνατος, μόνος υπάρχων εν ουρανώ και επί γης, επιστάμενος βλασφημίας καρδιών. Αυτός εστιν αληθινός Θεός. Αυτώ οφείλει δοθήναι η θυσία. Απέλθω ουν προς τον πατέρα μου και συμβουλεύσω αυτώ, ίσως ακουσέταί μου. Ανέλυσε δε ο Μελχισεδέκ μηδέν αποφέρων. Ιδών δε ο πατήρ λέγει αυτώ, πού εισίν οι μόσχοι; Ο δε Μελχισεδέκ λέγει αυτώ, μη οργίζου πάτερ βασιλεύ, αλλ’ άκουσόν μου. Ο δε είπε, τι έχεις ποιείν; Ειπέ δια τάχους. Ο δε Μελχισεδέκ λέγει· δεύρο θυσίαν ην έχομεν δούναι, μη δώμεν αυτήν τοις θεοίς τούτοις ούτοι γαρ ου φαίνονταί μοι θεοί, αλλά μάλλον δώμεν θυσίαν τω επαναπαυομένω επάνω των ουρανών. Αυτός γαρ Θεός θεών. Ο δε πατήρ αυτού οργισθείς, λέγει αυτώ· πορεύου άγαγε α είπον σοι, επεί ου ζήση. Απιόντος δε αυτού πάλιν του Μελχισεδέκ εις το βουκόλιον, εισήλθεν ο βασιλεύς Μελχί προς Σαλήμ την γυναίκα αυτού, λέγων αυτή· δεύρο δώμεν θυσίαν ένα των υιών ημών. Η δε γυνή αυτού ακούσασα, έκλαυσε πικρώς· επέγνω γαρ, ότι προφάσει θέλει ο βασιλεύς φονεύσε τον Μελχισεδέκ, ότι ωνείδισεν αυτώ επί την θυσίαν· και ανεστέναξεν η βασίλισσα και είπεν, οίμοι! εκόπιασα και εμόχθησα εις κενόν. Ιδών δε αυτήν ο βασιλεύς είπεν αυτή, μη κλαίε, αλλά δεύρο λάχωμεν· και εάν λάχη μοι, επιλέγομαι ον θέλω, και δώσω αυτόν θυσίαν τοις θεοίς ημών· εάν λάχη σοι, επίλεξαι ον αν θέλης, και παραφύλαττε αυτόν· τούτω δε έλεγε δοκών καταλαγχάνειν τω ιερεί. Και βαλόντες κλήρον, έλαχεν η βασίλισσα και επιλέξατο τον Μελχισεδέκ ον ηγάπα. Ο βασιλεύς Μελχί, λαβών παρά της γυναικός αυτού, τον λαχόντα αυτού υιόν, ηυτρέπισεν εις θυσίαν, και ελθών ο Μελχισεδέκ ήνεγκε τους επτά μόσχους. Λαβών δε ο πατήρ τον λαχόντα αυτώ υιόν, επορεύετο επί τον ναόν των ειδώλων εν τω Δωδεκαθέω. Συνήλθον δε επί την θυσίαν παίδες υπό των ιδίων πατέρων προσφερόμενοι, και άλλοι παρά των μητέρων, και βόες και πρόβατα αναρίθμητα, και εγένετο η θυσία έτοιμος. Σελήμ δε η μήτηρ του Μελχισεδέκ, καθημένη εν τω οίκω αυτής, ανεφώνησε φωνή μεγάλη, και λέγει τω Μελχισεδέκ, ου κλαίεις τον αδελφόν σου, ότι μετά τοσούτον κάματον απέρχεται σφαγήναι; Και ταύτα ακούσας παρ’ αυτής, έκλαυσε και λέγει τη μητρί αυτού· έως των ώδε χρείαν έχω. Και αναστάς ανήλθεν εν τω όρει Ζαβώρ· και η μήτηρ αυτού αναστάσα, απήλθεν εν τω ναώ των ειδώλων ιδέσθαι τον εαυτής υιόν, πριν ή σφαγήναι, και όλον το γένος αυτής. Ανελθών δε ο Μελχισεδέκ εις το όρος Ζαβώρ, κλίναι τα γόνατα είπεν. Τον Θεόν των όλων Κύριον, τον ποιήσαντα τον ουρανόν και την γην, σε επικαλούμαι τον μόνον αληθινόν Θεόν, επάκουσόν μου τη ώρα ταύτη, και πρόσταξον, ίνα όσα παρεγένοντο επί τη θυσία του αδελφού μου Μελχί, ο τόπος άδης γένηται, και καταπίη αυτούς. Και επήκουσεν ο Θεός του Μελχισεδέκ, και ευθέως έχανεν η γη, και κατέπιεν αυτούς, και πάσαν φυλή του Μελχί, συν πάσει τη πόλει, και ούτε άνθρωπος, ου βωμός, ου ναός, ουκ άλογον, ούτε τις κτίσις της πάσης πόλεως έμεινεν, αλλά πάντα εχανώθη. Κατήλθε δε ο Μελχισεδέκ από του όρους Ζαβώρ, και ιδών, ότι επήκουσεν αυτού ο Θεός, εν φόβω μεγάλω πάλιν υπέστρεψεν εις το όρος, και εν τω δάσει της ύλης ελθών, εμόνασεν εκεί έτη επτά, γυμνός από γαστρός αυτού έως της οσφύος αυτού, και ο νώτος αυτού εγένετο ωσεί δέρμα χελώνης. Η δε τροφή αυτού ακρόδρυα ην, και ο πότος αυτού δρόσος ον έλειχε. Και μετά επτά έτη φωνή ήλθε τω Αβραάμ, λέγουσα· Αβραάμ, και είπεν Αρβαάμ, ο Κύριός μου· και είπε· στρώσον το υποζύγιόν σου, και βάσταζε ιμάτια πολυτελή και θύσον και άνελθε εν τω όρει Ζαβώρ, και κράξον τρεις φωνάς. Άνθρωπε του Θεού· και ελεύσεται άνθρωπος ηγριωμένος, μη φοβηθής ουν αυτόν, αλλά ξύρισον, ονύχισον, και αμφίεσον αυτόν, και ευλογήθητι παρ’ αυτού. Και εποίησεν Αβραάμ καθά συνέταξεν αυτώ Κύριος, και απήλθεν εις το όρος Ζαβώρ. Και έστη εις τα δάση της ύλης, και έκραξε τρεις φωνάς. Άνθρωπε του Θεού! και εξήλθεν ο Μελχισεδέκ και είδεν Αβραάμ και εφοβήθη. Και είπεν αυτώ ο Μελχισεδέκ, μη φοβού, αλλ’ ειπέ τις ει, και τίνα ζητείς; είπε δε Αβραάμ, προσέταξέ μοι Κύριος ξυρίσαι σε και αμφίεσαι, και ευλογήναι παρά σου. Ο δε Μελχισεδέκ είπεν αυτώ· ως προσέταξέ σοι ο Κύριος, ποίησον· και εποίησεν Αβραάμ ως προσέταξεν αυτώ ο Κύριος· και κατελθών ο Μελχισεδέκ από του όρους Ζαβώρ, μετά τρεις ημέρας, κέρας ελαίου λαβών, και επισφραγίσας τω ρήματι του Θεού, ηυλόγησε τον Αβραάμ λέγων. Ευλογημένος ει τω Θεώ τω Υψίστω και το λοιπόν καλείται το όνομά σου τετελειωμένον. Και πάλιν φωνή ήλθεν τω Αβραάμ και είπε· τι Κύριέ μου; ο δε Κύριος προς αυτόν. Επειδή ουδείς εκ του γένους Μελχισεδέκ επερίσσευσεν από της γης, δια του το κληθήσεται, Απάτωρ, Αμήτωρ, Αγενεαλόγητος, μήτε αρχή ημερών, μήτε τέλος έχων ζωής. Αφωμοιωμένος δε τω Υιώ του Θεού, μένει ιερεύς εις τον αιώνα· και ηγάπησα αυτόν, ως ηγάπησα τον Υιόν μου τον αγαπητόν, ότι εφύλαξε τας εντολάς μου, και φυλάξει εις τον αιώνα. Ίνα ουν μη δόξη αρχή ημερών μη έχειν, δια τούτο μη ειδέναι τινά, πότε εγεννήθη, μήτε δε γενεαλογίας, μήτε πατρός, μήτε μητρός· δια τούτο λέγεται απάτωρ, αμήτωρ, αγενεαλόγητος, και δια το ευαρεστήσαι αυτός τω Θεώ μένει ιερεύς εις το διηνεκές. Ως ουν απήντησεν ο Μελχισεδέκ τω Αβραάμ, υποστρέφοντι από της κοπής των βασιλέων, επέδωκεν αυτώ ποτήριον άκρατον, επιβαλών αυτώ και κλάσμα άρτου, και τω λαώ αυτού, και έως της σήμερον ημέρας κατά τούτον τον τρόπον ωμοιώθη τω Υιώ του Θεού. Αλλ’ ουκ εις την χάριν, αλλ’ ου πρώτος τύπος του αναίμακτον θυσίαν προσφέρειν, την αγίαν προσφοράν. Διο λέγει. «Συ ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ» επειδή τύπος εβάνετο της αγίας προσφοράς επιδεδωκώς τω Αβραάμ και τοις τιη. Ούτως τε και οι άγιοι Πατέρες κατά καιρούς, ευρέθησαν εν τη Νικαέων πόλει, οι και ωρθοτόμησαν την πίστιν· ων η ποσότης καθ’ ομοιότητα του Πατριάρχου Αβραάμ εστί, τριακόσιοι δέκα και οκτώ άγιοι Επίσκοποι εν τη Συνόδω. Αμήν. ΠΗΓΗ: ΠΟΛΥΤΙΜΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ, ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ, ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΕΥΛΟΓΙΑΣ ΧΑΡΙΝ ΥΠΟ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜ. † ΑΓ. ΒΡΕΣΘΕΝΗΣ κ.κ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, ΤΟΜΟΣ 10Ος, ΤΕΥΧΟΣ 1ΟΝ, ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1949, ΦΥΛ, 138ΟΝ Αναρτήθηκε από socratesnios


ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΕΛΧΙΣΕΔΕΚ


ΤΙΝΟΣ ΕΝΕΚΕΝ ΕΚΛΗΘΗ Ο ΜΕΛΧΙΣΕΔΕΚ, ΑΠΑΤΩΡ, ΑΜΗΤΩΡ, ΚΑΙ ΑΓΕΝΕΑΛΟΓΗΤΟΣ;

Εκ των απάντων του εν αγίοις πατρός ημών Αθανασίου
Επισκόπου Αλεξανδρείας. (Τομ. β’, σελ. 7)


Εν τω καιρώ εκείνω, ην τις βασίλισσα Σαλήμ, κατά το όνομα της πόλεως· εγέννησε δε Σαλαάδ· Σαλαάδ δε εγέννησε Μελχί,  Μελχί δε έσχε γυναίκα και το όνομα αυτής Σαλήμ· έτεκε δύο υιούς, ένα καλούμενον Μελχί, και έτερον τον Μελχισεδέκ· ην δε ο ΠΑΤΗΡ ΑΥΤΩΝ ΕΛΛΗΝ άσωτος, θυσίας επιτελών τοις ειδώλοις· ην δε θυσιάζων εν τω Δωδεκαθέω και λέγει Μελχί ο βασιλεύς τω αυτώ υιώ, Μελχισεδέκ, λάβε μετά σου εκ των παιδαρίων και άπελθε εις το βουκόλιον, και προσάγαγέ μοι επτά μόσχους, ίνα θύσωμεν τοις θεοίς. Απερχομένω ουν τω Μελχισεδέκ έννοια θεϊκή επήλθεν αυτώ κατά την οδόν, και ατενίσας τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν ητένιζε τω ηλίω και ενεθυμείτο περί της σελήνης και των αστέρων, και εν αυτώ γενόμενος είπεν. Είτις εποίησε τον ουρανόν, την γην και την θάλασσαν και τα άστρα, εκείνω οφείλει δοθήναι η θυσία τω κτίσαντι αυτά· έκδηλόν μοι ποιούσι τα σημεία του ουρανού, ότι ο Κτίστης επάνω αυτών επαναπαύεται, άφθαρτος, αθάνατος, μόνος υπάρχων εν ουρανώ και επί γης, επιστάμενος βλασφημίας καρδιών. Αυτός εστιν αληθινός Θεός. Αυτώ οφείλει δοθήναι η θυσία. Απέλθω ουν προς τον πατέρα μου και συμβουλεύσω αυτώ, ίσως ακουσέταί μου. Ανέλυσε δε ο Μελχισεδέκ μηδέν αποφέρων.

Ιδών δε ο πατήρ λέγει αυτώ, πού εισίν οι μόσχοι; Ο δε Μελχισεδέκ λέγει αυτώ, μη οργίζου πάτερ βασιλεύ, αλλ’ άκουσόν μου. Ο δε είπε, τι έχεις ποιείν; Ειπέ δια τάχους. 

Ο δε Μελχισεδέκ λέγει· δεύρο θυσίαν ην έχομεν δούναι, μη δώμεν αυτήν τοις θεοίς τούτοις ούτοι γαρ ου φαίνονταί μοι θεοί, αλλά μάλλον δώμεν θυσίαν τω επαναπαυομένω επάνω των ουρανών. Αυτός γαρ Θεός θεών. Ο δε πατήρ αυτού οργισθείς, λέγει αυτώ· πορεύου άγαγε α είπον σοι, επεί ου ζήση. Απιόντος δε αυτού πάλιν του Μελχισεδέκ εις το βουκόλιον, εισήλθεν ο βασιλεύς Μελχί προς Σαλήμ την γυναίκα αυτού, λέγων αυτή·δεύρο δώμεν θυσίαν ένα των υιών ημών. Η δε γυνή αυτού ακούσασα, έκλαυσε πικρώς· επέγνω γαρ, ότι προφάσει θέλει ο βασιλεύς φονεύσε τον Μελχισεδέκ, ότι ωνείδισεν αυτώ επί την θυσίαν· και ανεστέναξεν η βασίλισσα και είπεν, οίμοι! εκόπιασα και εμόχθησα εις κενόν. Ιδών δε αυτήν ο βασιλεύς είπεν αυτή, μη κλαίε, αλλά δεύρο λάχωμεν· και εάν λάχη μοι, επιλέγομαι ον θέλω, και δώσω αυτόν θυσίαν τοις θεοίς ημών· εάν λάχη σοι, επίλεξαι ον αν θέλης, και παραφύλαττε αυτόν· τούτω δε έλεγε δοκών καταλαγχάνειν τω ιερεί. Και βαλόντες κλήρον, έλαχεν η βασίλισσα και επιλέξατο τον Μελχισεδέκ ον ηγάπα. Ο βασιλεύς Μελχί, λαβών παρά της γυναικός αυτού, τον λαχόντα αυτού υιόν, ηυτρέπισεν εις θυσίαν, και ελθών ο Μελχισεδέκ ήνεγκε τους επτά μόσχους. Λαβών δε ο πατήρ τον λαχόντα αυτώ υιόν, επορεύετο επί τον ναόν των ειδώλων εν τω Δωδεκαθέω. Συνήλθον δε επί την θυσίαν παίδες υπό των ιδίων πατέρων προσφερόμενοι, και άλλοι παρά των μητέρων, και βόες και πρόβατα αναρίθμητα, και εγένετο η θυσία έτοιμος.

Σελήμ δε η μήτηρ του Μελχισεδέκ, καθημένη εν τω οίκω αυτής, ανεφώνησε φωνή μεγάλη, και λέγει τω Μελχισεδέκ, ου κλαίεις τον αδελφόν σου, ότι μετά τοσούτον κάματον απέρχεται σφαγήναι; Και ταύτα ακούσας παρ’ αυτής, έκλαυσε και λέγει τη μητρί αυτού· έως των ώδε χρείαν έχω. Και αναστάς ανήλθεν εν τω όρει Ζαβώρ· και η μήτηρ αυτού αναστάσα, απήλθεν εν τω ναώ των ειδώλων ιδέσθαι τον εαυτής υιόν, πριν ή σφαγήναι, και όλον το γένος αυτής. Ανελθών δε ο Μελχισεδέκ εις το όρος Ζαβώρ, κλίναι τα γόνατα είπεν. Τον Θεόν των όλων Κύριον, τον ποιήσαντα τον ουρανόν και την γην, σε επικαλούμαι τον μόνον αληθινόν Θεόν, επάκουσόν μου τη ώρα ταύτη, και πρόσταξον, ίνα όσα παρεγένοντο επί τη θυσία του αδελφού μου Μελχί, ο τόπος άδης γένηται, και καταπίη αυτούς. Και επήκουσεν ο Θεός του Μελχισεδέκ, και ευθέως έχανεν η γη, και κατέπιεν αυτούς, και πάσαν φυλή του Μελχί, συν πάσει τη πόλει, και ούτε άνθρωπος, ου βωμός, ου ναός, ουκ άλογον, ούτε τις κτίσις της πάσης πόλεως έμεινεν, αλλά πάντα εχανώθη. Κατήλθε δε ο Μελχισεδέκ από του όρους Ζαβώρ, και ιδών, ότι επήκουσεν αυτού ο Θεός, εν φόβω μεγάλω πάλιν υπέστρεψεν εις το όρος, και εν τω δάσει της ύλης ελθών, εμόνασεν εκεί έτη επτά, γυμνός από γαστρός αυτού έως της οσφύος αυτού, και ο νώτος αυτού εγένετο ωσεί δέρμα χελώνης. Η δε τροφή αυτού ακρόδρυα ην, και ο πότος αυτού δρόσος ον έλειχε.

Και μετά επτά έτη φωνή ήλθε τω Αβραάμ, λέγουσα· Αβραάμ, και είπεν Αρβαάμ, ο Κύριός μου· και είπε· στρώσον το υποζύγιόν σου, και βάσταζε ιμάτια πολυτελή και θύσον και άνελθε εν τω όρει Ζαβώρ, και κράξον τρεις φωνάς. Άνθρωπε του Θεού· και ελεύσεται άνθρωπος ηγριωμένος, μη φοβηθής ουν αυτόν, αλλά ξύρισον, ονύχισον, και αμφίεσον αυτόν, και ευλογήθητι παρ’ αυτού. Και εποίησεν Αβραάμ καθά συνέταξεν αυτώ Κύριος, και απήλθεν εις το όρος Ζαβώρ. Και έστη εις τα δάση της ύλης, και έκραξε τρεις φωνάς. Άνθρωπε του Θεού! και εξήλθεν ο Μελχισεδέκ και είδεν Αβραάμ και εφοβήθη. Και είπεν αυτώ ο Μελχισεδέκ, μη φοβού, αλλ’ ειπέ τις ει, και τίνα ζητείς; είπε δε Αβραάμ, προσέταξέ μοι Κύριος ξυρίσαι σε και αμφίεσαι, και ευλογήναι παρά σου. Ο δε Μελχισεδέκ είπεν αυτώ· ως προσέταξέ σοι ο Κύριος, ποίησον· και εποίησεν Αβραάμ ως προσέταξεν αυτώ ο Κύριος· και κατελθών ο Μελχισεδέκ από του όρους Ζαβώρ, μετά τρεις ημέρας, κέρας ελαίου λαβών, και επισφραγίσας τω ρήματι του Θεού, ηυλόγησε τον Αβραάμ λέγων. Ευλογημένος ει τω Θεώ τω Υψίστω και το λοιπόν καλείται το όνομά σου τετελειωμένον. Και πάλιν φωνή ήλθεν τω Αβραάμ και είπε· τι Κύριέ μου; ο δε Κύριος προς αυτόν. Επειδή ουδείς εκ του γένους Μελχισεδέκ επερίσσευσεν από της γης, δια του το κληθήσεται, Απάτωρ, Αμήτωρ, Αγενεαλόγητος, μήτε αρχή ημερών, μήτε τέλος έχων ζωής. Αφωμοιωμένος δε τω Υιώ του Θεού, μένει ιερεύς εις τον αιώνα· και ηγάπησα αυτόν, ως ηγάπησα τον Υιόν μου τον αγαπητόν, ότι εφύλαξε τας εντολάς μου, και φυλάξει εις τον αιώνα. Ίνα ουν μη δόξη αρχή ημερών μη έχειν, δια τούτο μη ειδέναι τινά, πότε εγεννήθη, μήτε δε γενεαλογίας, μήτε πατρός, μήτε μητρός· δια τούτο λέγεται απάτωρ, αμήτωρ, αγενεαλόγητοςκαι δια το ευαρεστήσαι αυτός τω Θεώ μένει ιερεύς εις το διηνεκές. Ως ουν απήντησεν ο Μελχισεδέκ τω Αβραάμ, υποστρέφοντι από της κοπής των βασιλέων, επέδωκεν αυτώ ποτήριον άκρατον, επιβαλών αυτώ και κλάσμα άρτου, και τω λαώ αυτού, και έως της σήμερον ημέρας κατά τούτον τον τρόπον ωμοιώθη τω Υιώ του Θεού. Αλλ’ ουκ εις την χάριν, αλλ’ ου πρώτος τύπος του αναίμακτον θυσίαν προσφέρειν, την αγίαν προσφοράν. Διο λέγει. «Συ ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ» επειδή τύπος εβάνετο της αγίας προσφοράς επιδεδωκώς τω Αβραάμ και τοις τιη.

Ούτως τε και οι άγιοι Πατέρες κατά καιρούς, ευρέθησαν εν τη Νικαέων πόλει, οι και ωρθοτόμησαν την πίστιν· ων η ποσότης καθ’ ομοιότητα του Πατριάρχου Αβραάμ εστί, τριακόσιοι δέκα και οκτώ άγιοι Επίσκοποι εν τη Συνόδω.
Αμήν.

ΠΗΓΗ: ΠΟΛΥΤΙΜΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ, ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ, ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΕΥΛΟΓΙΑΣ ΧΑΡΙΝ ΥΠΟ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜ.  ΑΓ. ΒΡΕΣΘΕΝΗΣ κ.κ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, ΤΟΜΟΣ 10Ος, ΤΕΥΧΟΣ 1ΟΝ, ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1949, ΦΥΛ, 138ΟΝ

1 σχόλιο:

  1. Στην γλώσσα των προφητών το ΒΟΔΙ είναι ΤΟ ΧΡΗΜΑ και το ΑΙΜΑ είναι Ο ΚΟΠΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ. Αυτά να τα έχουν υπόψιν τους οι αναγνώστες

    ΑπάντησηΔιαγραφή