ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Πρὸς τοὺς ἀπανταχοῦ Ὀρθοδόξους.

Κρατώμεν τῆς ὁμολογίας, ἥν παρελάβομεν ἄδολον, παρά τηλικούτων ἀνδρῶν, ἀποστρεφόμενοι πάντα νεωτερισμόν, ὡς ὑπαγόρευμα τοῦ Διαβόλου.Ὁ δεχόμενος νεωτερισμόν, κατελέγχει ἐλλειπή τὴν κεκηρυγμένην Ὁρθόδοξον πίστην.
Ἀλλ’ αὔτη πεπληρωμένη ἤδη ἐσφράγισται, μὴ ἐπιδεχόμενη μήτε μείωσιν, μήτε αὔξησιν, μήτε ἀλλοίωσιν, καὶ ὁ τολμών ἤ πράξαι ἤ συμβουλεύσαι ἤ διανοηθήναι τοῦτο, ἤδη ἠρνήθη τὴν πίστιν τοῦ Χριστού, ἤδη ἐκουσίως καθυπεβλήθη εἰς τὸ αἰώνιον ἀνάθεμα, διὰ τὸ βλασφημεῖν εἰς τὸ Πνεύμα τὸ Ἅγιον, ὡς τάχα μὴ ἀρτίως λαλήσαν ἐν ταῖς Γραφαῖς καὶ Οἰκουμενικαῖς Συνόδοις…Ἄπαντες οὐν οἱ νεωτερίζοντες ἤ αἰρέσει ἤ σχίσματιἐκουσίως ἐνεδύθησαν κατάρα ὡς ἰμάτιον (Ψαλμ-ΡΗ’18), κἄν τε Πάπαι, κἄν τε Πατριάρχαι, κἄν τε κληρικοί, κἄν τε λαϊκοί, κἄν Ἄγγελος ἐξ Οὐρανοῦ.

Ἄνθιμος ἐλέω Θεοῦ Ἀρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως Νέας Ρώμης ἤ Οἰκουμ. Πατρ.
Ἰερόθεος ἐλέω Θεοῦ Πάπας καὶ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας καὶ πᾶσης Αἰγύπτου.
Μεθόδιος ἐλέω Θεοῦ Πατριάρχης Ἀντιοχείας.
Κύριλλος ἐλέω Θεοῦ Πατριάρχης Ἰεροσολύμων.
Καὶ αἱ περὶ αὐτοὺς Ἱεραὶ Συνόδοι.
Ἐν Κωνσταντινούπολει τὸ σωτήριον ἔτος 1848.

Κύριε Κύριε, οὐ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν,

«....πολλοὶ ἐροῦσίν μοι ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, Κύριε Κύριε, οὐ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δαιμόνια ἐξεβάλομεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δυνάμεις πολλὰς ἐποιήσαμεν; καὶ τότε ὁμολογήσω αὐτοῖς ὅτι Οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς· ἀποχωρεῖτε ἀπ' ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν (Κατά Ματθ. 21-24) 2)

Δεν είστε θύμα, είστε θύτης. κ. Πρωθυπουργέ, !!!!

Δεν είστε θύμα, είστε θύτης. κ. Πρωθυπουργέ, !!!!
ΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΊΝΕΤΕ, Κ. ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΈ;

μη πλανάσθε· ούτε πόρνοι ούτε ειδωλολάτραι ούτε μοιχοί

Ο Απόστολος Παύλος λέει «…μη πλανάσθε· ούτε πόρνοι ούτε ειδωλολάτραι ούτε μοιχοί ούτε μαλακοί ούτε αρσενοκοίται 10 ούτε πλεονέκται ούτε κλέπται ούτε μέθυσοι, ου λοίδοροι, ουχ άρπαγες βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι. 11 και ταύτά τινες ήτε· αλλά απελούσασθε, αλλά ηγιάσθητε, αλλά εδικαιώθητε εν τω ονόματι του Κυρίου Ιησού και εν τω Πνεύματι του Θεού ημών.» (Α’ Κορ.6:9-11).

ΑΓΑΠΗ ΕΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

ΑΓΑΠΗ ΕΝ ΑΛΗΘΕΙΑ..ΚΑΤΑ ΤΟΝ Γ.ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΗΤΑΝ [ Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΣΥΧΡΟΝΩΝ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΤΡΑΧΥΤΙΤΑ ΤΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ].Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΚΡΙΝΕΙ ΚΑΙ ΔΙΚΑΖΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΝΗΡΟ. ΑΥΤΗ ΕΙΝΕ Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ -ΣΤΑΥΡΟΥ - ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΠΛΟΣ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΣΜΟΣ.

έλειπαν 13 ολόκληρες ημέρες,

Όσο κι αν ψάξετε, σε οποιοδήποτε αρχείο των ελληνικών ληξιαρχείων, δεν πρόκειται να βρείτε ούτε έναν Έλληνα ή Ελληνίδα που να έχει καταχωρηθεί με ημερομηνία γέννησης από 16 έως 28 Φεβρουαρίου 1923! Αυτό αποκαλύπτει ο κ. Διονύσης Σιμόπουλος, Διευθυντής του Ευγενιδείου Πλανηταρίου. Όχι, φυσικά, γιατί δεν.... είχαμε ούτε μία γέννα σε μία ολόκληρη περίοδο 13 ημερών, αλλά γιατί απλούστατα το 1923 είχε μόνο 352 ημέρες"! Όπως εξηγεί ο κ. Σιμόπουλος, από τον Φεβρουάριο του 1923, έλειπαν 13 ολόκληρες ημέρες, δηλαδή το διάστημα μεταξύ 16 και 28 Φεβρουαρίου, ο ήλιος αποκοιμήθηκε, καί ξύπνησε μετά από 13 μέρας..

ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ' ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω»

Ο Απόστολος Παύλος μας λέγει: «ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ' ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω». Τολμηρό αυτό που μας λέγει ο απόστολος Παύλος! «ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ»!! Φαντάζεστε αυτούς που αρέσκονται εις τα θαύματα να έβλεπαν άγγελο να τους λέγει «ακολουθήστε το νέο ημερολόγιο των Παπών της Δύσεως»!!! Εως και αυτόν τον ίδιο τον Παύλο θα αναθεμάτιζαν!!!

Εσύ σε ποια Εκκλησία ανήκεις;

‎"Κρείττων γὰρ ἐπαινετὸς πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ· καὶ διὰ τοῦτο τὸν πραῢν μαχητὴν ὁπλίζει τὸ Πνεῦμα, ὡς καλῶς πολεμεῖν δυνάμενον" Γρηγόριος ο Θεολόγος «Εσύ σε ποια Εκκλησία ανήκεις; Σε αυτήν του Βυζαντίου, της Ρώμης, της Αντιόχειας, της Αλεξάνδρειας ή της Ιερουσαλήμ;;;;; Τότε ο δίκαιος απάντησε σοφά: «Ο Κύριός μας Χριστός χαρακτήρισε Καθολική Εκκλησία εκείνη την Εκκλησία, η οποία διατηρεί την αληθινή και ομολογιακή παρακαταθήκη της πίστης.!!!!!! αγίου Μαξίμου Ομολογητού:

δύο μορφές ταπεινώσεως

«Υπάρχουν δε δύο μορφές ταπεινώσεως, όπως ακριβώς και δύο μορφές υπερηφάνειας. Η πρώτη υπερηφάνεια είναι όταν εξουθενώνει κανείς τον αδελφό του, όταν τον εξευτελίζει σαν να μη είναι τίποτα και θεωρεί τον εαυτό του ανώτερό του. Αν αυτός που θα πέσει σε αυτήν την υπερηφάνεια δεν φροντίσει γρήγορα με τη κατάλληλη προσοχή και επιμέλεια να διορθωθεί σιγά -σιγά φτάνει στην δεύτερη υπερηφάνεια και καταντά να υπερηφανεύεται απέναντι στον ίδιο τον Θεό και να πιστεύει πως οτιδήποτε κατορθώνει οφείλεται στις δυνάμεις του και όχι στον Θεό. Πραγματικά αδελφοί μου, κάποτε είδα έναν που είχε καταντήσει στην ελεεινή αυτή κατάσταση. Στην αρχή αν του έλεγε κανένας αδελφός κάτι τον έφτυνε και έλεγε: ‘’Ποιος είναι αυτός; Δεν αξίζει κανένας παρά μόνο ο Ζωσιμάς και οι μαθητές του’’. Μετά άρχισε να εξευτελίζει και αυτούς και να λέει: ‘’Δεν αξίζει κανένας παρά μόνο ο Μακάριος’’. Και μετά από λίγο άρχισε πάλι να λέει: ‘’Τι είναι ο Μακάριος; Τιποτένιος, μόνο ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος αξίζουν’’. Μετά από λίγο άρχισε και αυτούς να τους εξευτελίζει λέγοντας: ‘’Τι είναι ο Βασίλειος και τι είναι ο Γρηγόριος; Τιποτένιοι. Μόνο ο Πέτρος και ο Παύλος αξίζουν’’. Του λέω: ‘’Πραγματικά αδελφέ μου και αυτούς θα τους απορρίψεις’’. Πιστέψετε με, μετά από λίγο καιρό άρχισε να λέει: ‘’Τι είναι ο Πέτρος και ο Παύλος; Τιποτένιοι. Μόνο η Αγία Τριάδα αξίζει’’. Μετά υπερηφανεύτηκε και εναντίον του ίδιου του Θεού και έτσι έχασε τα λογικά του. Για αυτό πρέπει να αγωνιζόμαστε αδελφοί μου, εναντίον της πρώτης υπερηφάνειας για να μην καταλήξουμε μετά από λίγο στην τέλεια υπερηφάνεια».

(Αββά Δωρόθεου, Έργα Ασκητικά, Διδασκαλία περί ταπεινοφροσύνης, σελ. 129).

ΤΟ ΝΕΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΩΣ ΘΗΡΙΟ !!!!

Ἰδού τί γράφει εἰς τήν «ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ» σελίς 4, ὁ κλεινός Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Δοσίθεος:

«Τέσσαρα μεγάλα θηρία ἐγέννησεν ὁ ΙΣΤ’ αἰών: Τήν αἴρεσιν τοῦ Λουθήρου, τήν αἴρεσιν τοῦ Καλβίνου, τήν αἴρεσιν τῶν Γιεζουβιτῶν, (Ἰησουιτῶν. Τάγμα θανάτου τοῦ Πάπα. Σκοπός του ἡ διάδοσις τοῦ Παπισμοῦ καί ἡ ὑποταγή ὅλων ὑπό τόν Πάπα) καί τήν αἴρεσιν τοῦ Νέου Καλενδαρίου· (Σ.σ. ἡμερολογίου). … κατά δέ τῆς αἱρέσεως τοῦ Νέου Καλενδαρίου ἀπεφάνθη ἡ ἐν Κων/πόλει μεγάλη Οἰκουμενική Σύνοδος τῶ 1593».Ο ΙΕΡΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ Δοσίθεος: ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΙ ΤΟ ΝΕΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΩΣ ΘΗΡΙΟ !!!!.


Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΑΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ ΣΥΧΝΑ ΣΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΡΑΠΤΑ ΤΟΥ ΔΟΣΙΘΕΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ Ο ΙΔΙΟΣ ΑΠΟΚΑΛΕΙ ΙΕΡΟ..

.

Ο ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΗΤΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΣΠΑΝΙΟΤΑΤΗ ΜΟΡΦΩΣΗ. Η ΔΩΔΕΚΑΒΙΒΛΟΣ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΑΝΑΓΚΑΙΟ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑ ΕΙΔΙΚΑ ΓΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥΣ.

ὀφθαλμὸν μὲν ἐκκόψωμεν

Βαδίζοντες δὲ τὴν ἀπλανῆ καὶ ζωηφόρον ὁδόν, ὀφθαλμὸν μὲν ἐκκόψωμεν σκανδαλίζοντα· μὴ τὸν αἰσθητόν, ἀλλὰ τὸν νοητόν· οἷον ἐὰν ὁ ἐπίσκοπος ἢ ὁ πρεσβύτερος, οἱ ὄντες ὀφθαλμοὶ τῆς Ἐκκλησίας, κακῶς ἀναστρέφωνται καὶ σκανδαλίζωσι τὸν λαόν, χρὴ αὐτοὺς ἐκβάλλεσθαι. Συμφέρον γὰρ ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον, ἢ μετ' αὐτῶν ἐμβληθῆναι, ὡς μετὰ Ἄννα καὶ Καϊάφα, εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός.

Ὁ ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης, ἀκολουθώντας τὸ Μ. Ἀθανάσιο, ἀπαγορεύει τὴν «κοινωνία» ὄχι μόνο μὲ αἱρετικούς, ἀλλὰ καὶ μὲ ἐκείνους ποὺ ἐπικοινωνοῦν μὲ αἱρετικούς. Λέγει:
«τοῦ τε Ἁγίου Ἀθανασίου προστάσσοντος μηδεμίαν κοινωνίαν ἔχειν ἡμᾶς πρὸς τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ μὴν μηδὲ πρὸς τοὺς κοινωνοῦντας μετὰ τῶν ἀσεβῶν»
(Ἐπιστολαί, 466, l.17-18).

Καὶ ὁ Πατριάρχης Κων/πόλεως, ἅγιος Γερμανὸς ὁ νέος, συμβουλεύει τὴν ἀποχὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μὲ ἐκείνους τοὺς «ὀρθόδοξους» ποὺ κοινωνοῦσαν μὲ τοὺς Λατίνους. Συμβούλευε ἀκόμα τους λαϊκούς, νὰ φεύγουν ὁλοταχῶς ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς, ποὺ ἔδειξαν ὑποταγὴ στοὺς Λατίνους, καὶ μήτε σὲ Ἐκκλησία ποὺ ἐκεῖνοι λειτουργοῦν νὰ πηγαίνουν, μήτε νὰ παίρνουν εὐλογία ἀπὸ τὰ χέρια τους. Καλύτερα νὰ προσεύχεστε μόνοι στὰ σπίτια σας, παρὰ νὰ συγκεντρώνεστε στὴν ἐκκλησία μαζὶ μὲ τοὺς Λατινόφρονες κληρικοὺς καὶ λαϊκούς.http://www.facebook.com/photo.php?fbid=328244863964089&set=o.425047610867614&type=1&theater.

διῶκτες τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ;

Τί συμβαίνει στούς διῶκτες τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ; ῾Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς .
Ρωτήστε τον διώκτη της Εκκλησίας Σαύλο (Σαούλ), τί του συνέβη. «Σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίξειν» (Πράξεις 26, 14), του είπε ο Κύριος και ο Σαύλος βαπτίστηκε και έγινε ο Παύλος, ο Απόστολος.
Τί συνέβη στον Ηρώδη, τον πρώτο διώκτη των χριστιανών; Τί συνέβη στον Ιουλιανό τον Παραβάτη.; Πέθαναν και οι δύο με φρικτό θάνατο, ενώ οι θεοστυγείς δολοπλοκίες τους εναντίον του Χριστού διαλύθηκαν σαν καπνός.
Αλλά έτσι συνέβαινε πάντα στην ιστορία: κάποιοι διώκτες μεταστρέφονταν στον χριστιανισμό, ενώ άλλοι πέθαιναν με φρικτούς θανάτους. Πάντοτε οι προσπάθειες του ενός ή του άλλου χριστιανομάχου εκμηδενίζονται, διαλύονται σαν καπνός.
Όταν ο αυτοκράτορας Αδριανός επιτέθηκε στην Ιερουσαλήμ, ήθελε να εκδικηθεί τους Ιουδαίους και τους χριστιανούς, διότι δεν ξεχώριζε τους χριστιανούς από τους Ιουδαίους. Διασκόρπισε τους Ιουδαίους σε όλο τον κόσμο κι έκτισε έναν ειδωλολατρικό ναό στο σημείο όπου βρισκόταν ο Ναός του Σολομώντος. Επίσης μετονόμασε την Ιερουσαλήμ «Αϊλία», με βάση το όνομα του «Αΐλιος» και απαγόρευσε σε οποιονδήποτε να ονομάζει την πόλη αυτή Ιερουσαλήμ. Έκτισε ναό προς τιμήν του φαύλου Ερμή στον Γολγοθά, άλλον ναό για τον Δία πάνω από τον τάφο του Κυρίου κι έναν ναό προς τιμήν του Άδωνη, στη Βηθλεέμ.
Πράγματι πόσο τραγικό θα ήταν, για τους χριστιανούς εκείνης της εποχής, να βλέπουν τα ιερά τους προσκυνήματα να χλευάζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο! Αλλά όμως στο τέλος τί συνέβη; Ο αυτοκράτορας Αδριανός βρήκε φρικτό θάνατο και όσο για τους ειδωλικούς ναούς του, αυτοί κατακρημνίστηκαν την εποχή των θεοστέπτων αγίων βασιλέων Κωνσταντίνου και Ελένης, της αυτοκράτειρας μητέρας του. Στη θέση τους ανεγέρθηκαν περικαλλείς χριστιανικοί ναοί, που μέχρι σήμερα στέκουν ακλόνητοι!
«Σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν». Ω, πόσο μάταιη και χαμένη είναι κάθε μάχη εναντίον του Χριστού!
(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς,

«Ἔστι κακή ὁμόνοια, καί καλή διαφωνία

Ὁ μεγάλος θεολόγος τοῦ ΙΕ αἰῶνος, ‘Ιωσήφ ὁ Βρυέννιος λέγει: «Ἔστι κακή ὁμόνοια, καί καλή διαφωνία. Ἔστι σχισθῆναι καλῶς καί ὁμονοῆσαι κακῶς. Οἷς γάρ ἡ φιλία ἀπωλείας πρόξενος, τούτοις τό μῖσος ἀρετῆς ὑπόθεσις γίνεται. Καί κρείσσων ἐμπαθοῦς ὁμονοίας, ἡ ὑπέρ ἀπαθείας διάστασις. Καλόν τό εἰρηνεύειν πρός πάντας, ἀλλ’ ὁμονοοῦντας πρός τήν εὐσέβειαν. Ἡ γάρ εἰρήνη μετά μέν τοῦ ἰδίου καί πρέποντος, κάλλιστον ἐστι κτῆμα καί λυσιτελέστατον, μετά δέ κακίας, ἤ δουλείας ἐπονειδίστου, πάντων αἴσχιστον καί τε καί βλαβερώτατον. Ἐπεί οὐδείς δύναται κτήσασθαι τήν ἀγάπην τῶν πονηρῶν καί κακῶν, χωρίς κακίας καί πονηρίας. Μεγάλη δέ ἀρετή τοῦ δικαίου, ὅταν ἔχη τούς τοῦ Θεοῦ ἐχθρούς, ἐχθρούς, καί τούς αὐτοῦ φίλους, φίλους, ὥσπερ μεγάλη κακία ἁμαρτωλοῦ, ὅταν τούς τοῦ Θεοῦ φίλους ἔχη ἐχθρούς, καί τούς ἐχθρούς αὐτοῦ φίλους (Ἰωσήφ Βρυεννίου, Τά Εὑρεθέντα, Τόμος Β, σελ. 22)

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

Έλληνες σοφοί εναντίον της ειδωλολατρείας... ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΌΥΣ ΈΛΛΗΝΕΣ ΣΟΦΟΥΣ. Αυτά βλέποντας οι μεγάλοι σοφοί της αρχαιότητας απέρριψαν επιδεικτικά την αρχαιοελληνική θρησκεία, την οποία χαρακτήρισαν απαράδεκτη, παράλογη και εν πολλοίς επικίνδυνη για την ανθρώπινη κοινωνία! Όλα σχεδόν τα μεγάλα πνεύματα της αρχαιότητας άσκησαν κριτική και αρνήθηκαν την αρχαιοελληνική ειδωλολατρία. «Κατά τους έξ π.Χ. αιώνας προσεπάθησαν να υπερβούν την πολυθεΐαν, να διαμορφώσουν μίαν ύψηλοτέραν ιδέαν περί πνευματικού θεού, να καθάρουν την έννοια του θείου από όλα εκείνα τα στοιχεία τα όποια είχαν επισωρεύσει ή μυθολογία, ή δεισιδαιμονία και ή πρωτόγονος μαγική σκέψης των μαζών» (Κ. Σπετσιέρη, «Εικόνες Ελλήνων Φιλοσόφων», Αθήνα 1964, σελ. 75). «Οι μεγάλοι "Έλληνες φιλόσοφοι άντιτάχθησαν στην ειδωλολατρική πολυθεΐα και ήγωνίσθησαν, ώστε να καθαρθεί ή έννοια του θείου από το μη θεοπρεπές στοιχείων» (Ν. Βασιλειάδη «Ό Ανθρωπισμός του Χριστιανισμού», Αθήναι 1986, σελ. 48). Πρώτος ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (570-480 π.Χ.) τόλμησε να αρνηθεί την κρατούσα ειδωλολατρική θρησκεία της εποχής του και να διακηρύξει επίσημα: «Εις θεός, εν τε θεοίσι και άνθρώποισι μέγιστος ούτε δέμας θνητοϊσι όμοιος ουδέ νόημα». Όμως «πάντα θεοϊσ' άνέθηκαν Ομηρος θ' Ησίοδος τε... όσσα παρ' άνθρώποισιν όνείδεα και ψόγος εστίν, κλέπτειν, μοιχεύειν τε και αλλήλους άπατεύειν» (Ξενοφ. Απ., 11)! Τους θεούς θεωρούσε εξ ολοκλήρου αποκυήματα της ανθρώπινης φαντασίας, ανάρμοστα για τη θεία φύση. Υποστήριζε μάλιστα πως όσοι πιστεύουν ότι οι θεοί γεννήθηκαν, ασεβούν το ίδιο με όσους λένε ότι οι θεοί πεθαίνουν! Ο Ηράκλειτος (540-480 π.Χ.) επιζητούσε «εξαγνισμό από τα είδωλα» και πνευματική λατρεία του θείου (Αποστ. 5, DIELS). Συνέλαβε την έννοια του ενός θεού, υποστηρίζοντας πως «"Εν πάντα... εκ πάντων εν και εξ ενός πάντα... ταυτό τε ζων και τεθνηκος και έκγρηγορος και καθεϋδον και νέον και γηραιόν... αγαθόν και κακόν -εν και ταυτόν-» (Β' 50, 10, 88, 58). Καθιέρωσε την πνευματική έννοια του Λόγου ως την υπέρτατη αιτία των πάντων και ως τον πάνσοφο νου που συγκροτεί τον κόσμο και προνοεί γι' αυτόν (Α 16). Υποστήριζε ότι ο Όμηρος και ο Ησίοδος, αποδίδοντας στους θεούς κακίες και ανηθικότητες είχαν ολέθρια επίδραση στα ήθη των ανθρώπων. Ακόμα στηλίτευσε τον ανόητο ανθρωπομορφισμό, τόνισε την απόλυτη διαφορά ανθρώπου και θεού (Αποσπ. 88) και απειλούσε όσους έκαναν ανίερες τελετές (Βακχισμός, ιερά όργια, ιερή πορνεία κ.λπ.). Ο Αναξίμανδρος (610-564 π.Χ.) αποφάνθηκε πως το θείον είναι «άθάνατον και άνόλεθρον», «περιέχει δε άπαντα και πάντα κυβερνά» (Αριστ., Μεταφ. 203Β). Ο Εμπεδοκλής (493-433 π.Χ.) καταδίκασε έντονα τον ανθρωπομορφισμό της αρχαιοελληνικής θρησκείας και όρισε ότι το θείον είναι πνεύμα (Β' 134). Ο Παρμενίδης (5ος αιών π.Χ.) αρνήθηκε μετά βδελυγμίας τις απαράδεκτες αντιλήψεις της εποχής του για το θείο και αποφάνθηκε πως αυτό είναι πέρα από κάθε φυσικό φαινόμενο και ανθρώπινη σύλληψη. Το θείον είναι «άτεμές» και «ακίνητον» (Β' 23, 24, 26). Ο Αναξαγόρας (490-427 π.Χ.) απεφάνθη ότι ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα, δεν είναι θεοί, όπως πρέσβευε η ειδωλολατρική θρησκεία και η οποία απαιτούσε λατρεία γι' αυτά, αλλά πύρινες υλικές μάζες. Το ίδιο είχαν υποστηρίξει και ο Αναξίμανδρος, ο Αναξιμένης, ο Θαλής, ο Λεύκιππος, ο Δημόκριτος. Ο Μητρόδωρος (5ος αιών π.Χ.), μαθητής του Αναξαγόρα, διακήρυξε πως «οι θεοί δεν είναι εκείνο που νόμιζαν όσοι τους έχτιζαν ναούς και τους προσκυνούσαν» (Ρ. DECHARME «Ελληνική Μυθολογία» τόμ. Α', σελ. 286). Ο Πρωταγόρας (480-411 π.Χ.) θεμελίωσε την έννοια της απόλυτης υπερβατικότητας του θείου και σατίρισε την παιδαριώδη θρησκευτικότητα της εποχής του, γι' αυτό οι φανατικοί αθηναίοι ειδωλολάτρες αποφάσισαν να τον σκοτώσουν (Θ .Η .Ε., τόμ. 10,692). Ο Ηρόδοτος (480-421 π.Χ.) δε δίστασε να ασκήσει κριτική στο Μαντείο των Δελφών για ψεύτικους χρησμούς και στηλίτευσε την απαράδεκτη ιερή πορνεία (Ιστ. Ι. 199). Ο Αριστόδημος και ο Δημοσθένης περιγελούσαν επίσης τις ανόητες μαντείες του δελφικού μαντείου (Ρ. DECH., ό.π.). Επίσης ο Επίχαρμος (530-440 π.Χ.) λοιδορούσε την αρχαία ειδωλολατρία, διότι αυτή θεωρούσε «τούς θεούς είναι ανέμους, ύδωρ, γήν, ήλιον, πυρ, αστέρες» (Στοβ. Ανθ. 91,92). Ο Πίνδαρος (522-446 π.Χ.) στα περίφημα ποιήματα του απογύμνωσε τους θεούς από τις μυθολογικές γελοιότητες που προσβάλλουν το θείο, (Πίνδ. Ολυμ. θ' 35 και (Ρ. DECH, ό.π., σελ. 7) και δεν έκρυβε τις μονοθείζουσες ιδέες του (Θ .Η .Ε., τόμ. 10, 393). Ο Πρόδικος (5ος αιών π.Χ.) υποστήριξε με πάθος πως οι άνθρωποι της αρχαιότητας, λόγω πλάνης, θεώρησαν ως θεούς ό,τι ήταν χρήσιμο για τη ζωή τους, όπως ο ήλιος, η σελήνη, τα ποτάμια, οι πηγές, τα ζώα, κ.λπ. (Ξενοφ. Απομν. 11,3). Ο Αντισθένης (414-365 π.Χ.) διακήρυξε πως ο Θεός είναι ένας και απόλυτα υπερβατικός για τον ανθρώπινο νου. Αποκήρυξε τη θρησκεία της εποχής του διότι οι θεοί της ήταν θεοποιηθέντες άνθρωποι! (CICERO DE NAT. DEOR. I II 13). Ο Θεόφραστος (372-287 π.Χ.) ζήτησε να πάψουν οι ανόητες ζωοθυσίες, αφενός μεν από σεβασμό προς τα ζώα και αφετέρου, επειδή ο θεός δεν έχει ανάγκη από τέτοιες ταπεινές πράξεις (Θ .Η .Ε., τόμ. 6,415). Ο Ευριπίδης (480-406 π.Χ.) χαρακτήρισε τις γελοίες για τους θεούς διηγήσεις των ποιητών «αοιδών δυστήνους λόγους» (Ευρ., Ηρακλ. Μαιν. 1346) και υποστήριξε πως «ει οι θεοί εισι κακοί ουκ είσί θεοί» (Ευρ., Βαλλεροφ. 23) με αποτέλεσμα να γίνει στόχος του φανατικού ειδωλολατρικού όχλου και να καταφύγει στη Μακεδονία! Ο Σωκράτης (469-399 π.Χ.) υπήρξε σαφώς μονοθεϊστής. Κατά κανόνα ομιλούσε για θεό και σπανιότατα ομιλούσε για θεούς. Στους μαθητές του δίδασκε διαφορετική θρησκευτική πίστη, γι' αυτό καταδικάστηκε σε θάνατο ως «ετέρα καινά δαιμόνια είσφέρων». Ο Πλάτων (428-347 π.Χ.) φυγάδευσε κυριολεκτικά τον Όμηρο από την «Πολιτεία» του, διότι θεώρησε ότι οι ανήθικοι μύθοι για τους θεούς αποτελούν επιζήμια πρότυπα για τους νέους. Τόνισε εμφαντικά ότι ο 'Ομηρος και ο Ησίοδος έπλασαν ψευδείς και ανάξιους μύθους για τους θεούς (Πολιτ. 368Α-3830). Αρνήθηκε ουσιαστικά την πατρώα ειδωλολατρική θρησκεία και προσηλώθηκε στη δική του ιδεατή θεότητα, το «Όντως Όν». Χαρακτηριστικά είναι τα εξής αποφθέγματα του μεγάλου φιλοσόφου, τα οποία προδίδουν τις μονοθεϊστικές αντιλήψεις του: «Ό δη Θεός ημίν πάντων χρημάτων μέτρον αν εϊη μάλιστα» (Νομ. IV 716βε), «Όμοιούσθαι θεώ» (Πολ. 613Β), «Ο Θεός έχει ταις χερσίν αυτού την αρχήν, το μέσον και το πέρας πάντων των όντων» (Νομ. Δ' 713ε). Ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.) όρισε το θείον ως «το πρώτον κινούν άκίνητον», ως «Νόησιν Νοήσεως» και ως «Ζώον αΐδιον άριστον» (Μεταφ. 1072, Β' 29) ορίζοντας έτσι την πίστη του σε μια υπερβατική αρχή. Υπεράσπισε την ενότητα της θείας ουσίας ως εξής: «ουκ πολυκοιρανιη εις κοίρανος» (Μεταφ. 1076Α). Αρνήθηκε κατηγορηματικά τις ανόητες περί θεών πίστεις της αρχαιοελληνικής θρησκείας και γι' αυτό κατηγορήθηκε για αθεϊσμό! Οι Στωικοί, ακολουθώντας τη διδασκαλία του Ζήνωνα καθιέρωσαν την πίστη στον ένα θεό και ερμήνευσαν τους μύθους του Ομήρου αλληγορικά (Ρ. NILSSON Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής θρησκείας, Αθήναι 1977, σελ. 304). Αρνητές της αρχαιοελληνικής ειδωλολατρικής θρησκείας υπήρξαν ακόμα ο Καρνεάδης, ο Θεόδωρος ο Κυρηναίος, ο Λεύκιππος, ο Δημόκριτος, ο Επίκουρος και όλοι οι σοφιστές, οι κυνικοί και οι στωικοί φιλόσοφοι. Το τελειωτικό κτύπημα στην αρχαία ειδωλολατρική θρησκεία, το έδωσε ο Ευήμερος ο Μεσσήνιος (317-297 π.Χ.) ο οποίος διατύπωσε τη θεωρία, η οποία έγινε τελικά ευρέως αποδεκτή, πως οι θεοί της αρχαιοελληνικά θρησκείας ήταν κάποιοι επιφανείς άνθρωποι της πολιάς αρχαιότητας, τους οποίους οι άνθρωποι λόγω αμάθειας θεοποίησαν! Έχοντας όλα αυτά υπόψη του ο Άγιος Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυρας (165 μ.Χ.) έγραψε πως «Οι μετά λόγου βιώσαντες χριστιανοί είσί, καν άθεοι ένομίσθησαν, οίον εν Ελλησι μεν Σωκράτης και Ηράκλειτος και οι όμοιοι αυτοίς» (Ίουστ. Α' Άπολ. α' 46,3, ΒΕΠΕΣ 3,186) και «Ούχ αλλότρια εστί τα του Πλάτωνος διδάγματα του Χρίστου, όσα ούν παρά πάσι καλώς είρηται ημών των Χριστιανών εστί» (Ίουστ. Β' Άπολ. 13, 2-4, ΒΕΠΕΣ 3, 207)! Ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας επίσης μίλησε περί «ειδικής αποκαλύψεως» από το θεό στους αρχαίους Έλληνες σοφούς! (Προτρεπτ. VI, ΒΕΠΕΣ 7, 52)! Αργότερα, με το έπος και την σπουδή των κλασικών ο βυζαντινός αναλαμβάνει την ελληνική του καταγωγή, χωρίς να αισθάνεται πως κάτι τέτοιο βλάπτει την χριστιανικότητά του, συνδυάζοντας φιλοσοφία και θεολογία και ανακηρύσσοντας θαρραλέα τους σοφούς της αρχαιότητας χριστιανούς προ του γράμματος! Συναρμόζοντας τους αρχαίους με τους μέσους αιώνες στην ψυχή τους, οι άνθρωποι εκείνης της εποχής απεργάζονται δυναμικά την ιστορική του Έθνους συνέχεια, το δε όραμα τους θα ζωντανέψει στους νάρθηκες των Εκκλησιών, όπου ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και άλλοι μεγάλοι του προχριστιανικού ελληνισμού θα ιστορηθούν με αμφίεση προφητών. Ο νεώτερος ελληνισμός, όπως άλλωστε και ο βυζαντινός που τον γέννησε, δεν συνιστούν παράλληλα ή προδρομικά φαινόμενα των νεώτερων χρόνων της Ευρώπης, αλλά συνιστούν, και εδώ έγκειται η εθνική μας ιδιορρυθμία, ανάπλαση και μεταστοιχείωση ενός και του αυτού λαού, από εσωτερική περίσσεια και όχι από εξάντληση. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ. πηγή:zoiforos.gr Αναρτήθηκε από Εγκόλπιον κατά αιρέσεων στις 2:17 μ.μ. Ετικέτες Δωδεκαθεισμός


Έλληνες σοφοί εναντίον της ειδωλολατρείας...


ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΌΥΣ ΈΛΛΗΝΕΣ ΣΟΦΟΥΣ.

Αυτά βλέποντας οι μεγάλοι σοφοί της αρχαιότητας απέρριψαν επιδεικτικά την αρχαιοελληνική θρησκεία, την οποία χαρακτήρισαν απαράδεκτη, παράλογη και εν πολλοίς επικίνδυνη για την ανθρώπινη κοινωνία! Όλα σχεδόν τα μεγάλα πνεύματα της αρχαιότητας άσκησαν κριτική και αρνήθηκαν την αρχαιοελληνική ειδωλολατρία. «Κατά τους έξ π.Χ. αιώνας προσεπάθησαν να υπερβούν την πολυθεΐαν, να διαμορφώσουν μίαν ύψηλοτέραν ιδέαν περί πνευματικού θεού, να καθάρουν την έννοια του θείου από όλα εκείνα τα στοιχεία τα όποια είχαν επισωρεύσει ή μυθολογία, ή δεισιδαιμονία και ή πρωτόγονος μαγική σκέψης των μαζών» (Κ. Σπετσιέρη, «Εικόνες Ελλήνων Φιλοσόφων», Αθήνα 1964, σελ. 75). «Οι μεγάλοι "Έλληνες φιλόσοφοι άντιτάχθησαν στην ειδωλολατρική πολυθεΐα και ήγωνίσθησαν, ώστε να καθαρθεί ή έννοια του θείου από το μη θεοπρεπές στοιχείων» (Ν. Βασιλειάδη «Ό Ανθρωπισμός του Χριστιανισμού», Αθήναι 1986, σελ. 48).

Πρώτος ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (570-480 π.Χ.) τόλμησε να αρνηθεί την κρατούσα ειδωλολατρική θρησκεία της εποχής του και να διακηρύξει επίσημα: «Εις θεός, εν τε θεοίσι και άνθρώποισι μέγιστος ούτε δέμας θνητοϊσι όμοιος ουδέ νόημα». Όμως «πάντα θεοϊσ' άνέθηκαν Ομηρος θ' Ησίοδος τε... όσσα παρ' άνθρώποισιν όνείδεα και ψόγος εστίν, κλέπτειν, μοιχεύειν τε και αλλήλους άπατεύειν» (Ξενοφ. Απ., 11)! Τους θεούς θεωρούσε εξ ολοκλήρουαποκυήματα της ανθρώπινης φαντασίας, ανάρμοστα για τη θεία φύση. Υποστήριζε μάλιστα πως όσοι πιστεύουν ότι οι θεοί γεννήθηκαν, ασεβούν το ίδιο με όσους λένε ότι οι θεοί πεθαίνουν!

Ο Ηράκλειτος (540-480 π.Χ.) επιζητούσε «εξαγνισμό από τα είδωλα» και πνευματική λατρεία του θείου (Αποστ. 5, DIELS). Συνέλαβε την έννοια του ενός θεού, υποστηρίζοντας πως «"Εν πάντα... εκ πάντων εν και εξ ενός πάντα... ταυτό τε ζων και τεθνηκος και έκγρηγορος και καθεϋδον και νέον και γηραιόν... αγαθόν και κακόν -εν και ταυτόν-» (Β' 50, 10, 88, 58). Καθιέρωσε την πνευματική έννοια του Λόγου ως την υπέρτατη αιτία των πάντων και ως τον πάνσοφο νου που συγκροτεί τον κόσμο και προνοεί γι' αυτόν (Α 16). Υποστήριζε ότι ο Όμηρος και ο Ησίοδος, αποδίδοντας στους θεούς κακίες και ανηθικότητες είχαν ολέθρια επίδραση στα ήθη των ανθρώπων. Ακόμα στηλίτευσε τον ανόητο ανθρωπομορφισμό, τόνισε την απόλυτη διαφορά ανθρώπου και θεού (Αποσπ. 88) και απειλούσε όσους έκαναν ανίερες τελετές(Βακχισμός, ιερά όργια, ιερή πορνεία κ.λπ.).

Ο Αναξίμανδρος (610-564 π.Χ.) αποφάνθηκε πως το θείον είναι «άθάνατον και άνόλεθρον», «περιέχει δε άπαντα και πάντα κυβερνά» (Αριστ., Μεταφ. 203Β).

Ο Εμπεδοκλής (493-433 π.Χ.) καταδίκασε έντονα τον ανθρωπομορφισμό της αρχαιοελληνικής θρησκείας και όρισε ότι το θείον είναι πνεύμα (Β' 134).

Ο Παρμενίδης (5ος αιών π.Χ.) αρνήθηκε μετά βδελυγμίας τις απαράδεκτες αντιλήψεις της εποχής του για το θείο και αποφάνθηκε πως αυτό είναι πέρα από κάθε φυσικό φαινόμενο και ανθρώπινη σύλληψη. Το θείον είναι «άτεμές» και «ακίνητον» (Β' 23, 24, 26).

Ο Αναξαγόρας (490-427 π.Χ.) απεφάνθη ότι ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα, δεν είναι θεοί, όπως πρέσβευε η ειδωλολατρική θρησκεία και η οποία απαιτούσε λατρεία γι' αυτά, αλλά πύρινες υλικές μάζες. Το ίδιο είχαν υποστηρίξει και ο Αναξίμανδρος, ο Αναξιμένης, ο Θαλής, ο Λεύκιππος, ο Δημόκριτος.

Ο Μητρόδωρος (5ος αιών π.Χ.), μαθητής του Αναξαγόρα, διακήρυξε πως «οι θεοί δεν είναι εκείνο που νόμιζαν όσοι τους έχτιζαν ναούς και τους προσκυνούσαν» (Ρ. DECHARME «Ελληνική Μυθολογία» τόμ. Α', σελ. 286).

Ο Πρωταγόρας (480-411 π.Χ.) θεμελίωσε την έννοια της απόλυτης υπερβατικότητας του θείου και σατίρισε την παιδαριώδη θρησκευτικότητα της εποχής του, γι' αυτό οι φανατικοί αθηναίοι ειδωλολάτρες αποφάσισαν να τον σκοτώσουν (Θ .Η .Ε., τόμ. 10,692).

Ο Ηρόδοτος (480-421 π.Χ.) δε δίστασε να ασκήσει κριτική στο Μαντείο των Δελφών για ψεύτικους χρησμούς  και στηλίτευσε την απαράδεκτη ιερή πορνεία (Ιστ. Ι. 199). Ο Αριστόδημος και ο Δημοσθένης περιγελούσαν επίσης τις ανόητες μαντείες του δελφικού μαντείου (Ρ. DECH., ό.π.). Επίσης ο Επίχαρμος (530-440 π.Χ.) λοιδορούσε την αρχαία ειδωλολατρία, διότι αυτή θεωρούσε «τούς θεούς είναι ανέμους, ύδωρ, γήν, ήλιον, πυρ, αστέρες» (Στοβ. Ανθ. 91,92).

Ο Πίνδαρος (522-446 π.Χ.) στα περίφημα ποιήματα του απογύμνωσε τους θεούς από τις μυθολογικές γελοιότητες που προσβάλλουν το θείο, (Πίνδ. Ολυμ. θ' 35 και (Ρ. DECH, ό.π., σελ. 7) και δεν έκρυβε τις μονοθείζουσες ιδέες του (Θ .Η .Ε., τόμ. 10, 393).

Ο Πρόδικος (5ος αιών π.Χ.) υποστήριξε με πάθος πως οι άνθρωποι της αρχαιότητας, λόγω πλάνης, θεώρησαν ως θεούς ό,τι ήταν χρήσιμο για τη ζωή τους, όπως ο ήλιος, η σελήνη, τα ποτάμια, οι πηγές, τα ζώα, κ.λπ. (Ξενοφ. Απομν. 11,3).

Ο Αντισθένης (414-365 π.Χ.) διακήρυξε πως ο Θεός είναι ένας και απόλυτα υπερβατικός για τον ανθρώπινο νου. Αποκήρυξε τη θρησκεία της εποχής του διότι οι θεοί της ήταν θεοποιηθέντες άνθρωποι! (CICERO DE NAT. DEOR. I II 13).

Ο Θεόφραστος (372-287 π.Χ.) ζήτησε να πάψουν οι ανόητες ζωοθυσίες, αφενός μεν από σεβασμό προς τα ζώα και αφετέρου, επειδή ο θεός δεν έχει ανάγκη από τέτοιες ταπεινές πράξεις (Θ .Η .Ε., τόμ. 6,415).

Ο Ευριπίδης (480-406 π.Χ.) χαρακτήρισε τις γελοίες για τους θεούς διηγήσεις των ποιητών «αοιδών δυστήνους λόγους» (Ευρ., Ηρακλ. Μαιν. 1346) και υποστήριξε πως «ει οι θεοί εισι κακοί ουκ είσί θεοί» (Ευρ., Βαλλεροφ. 23) με αποτέλεσμα να γίνει στόχος του φανατικού ειδωλολατρικού όχλου και να καταφύγει στη Μακεδονία!

Ο Σωκράτης (469-399 π.Χ.) υπήρξε σαφώς μονοθεϊστής. Κατά κανόνα ομιλούσε για θεό και σπανιότατα ομιλούσε για θεούς. Στους μαθητές του δίδασκε διαφορετική θρησκευτική πίστη, γι' αυτό καταδικάστηκε σε θάνατο ως «ετέρα καινά δαιμόνια είσφέρων».

Ο Πλάτων (428-347 π.Χ.) φυγάδευσε κυριολεκτικά τον Όμηρο από την «Πολιτεία» του, διότι θεώρησε ότι οι ανήθικοι μύθοι για τους θεούς αποτελούν επιζήμια πρότυπα για τους νέους. Τόνισε εμφαντικά ότι ο 'Ομηρος και ο Ησίοδος έπλασαν ψευδείς και ανάξιους μύθους για τους θεούς (Πολιτ. 368Α-3830). Αρνήθηκε ουσιαστικά την πατρώα ειδωλολατρική θρησκεία και προσηλώθηκε στη δική του ιδεατή θεότητα, το «Όντως Όν». Χαρακτηριστικά είναι τα εξής αποφθέγματα του μεγάλου φιλοσόφου, τα οποία προδίδουν τις μονοθεϊστικές αντιλήψεις του: «Ό δη Θεός ημίν πάντων χρημάτων μέτρον αν εϊη μάλιστα» (Νομ. IV 716βε), «Όμοιούσθαι θεώ» (Πολ. 613Β), «Ο Θεός έχει ταις χερσίν αυτού την αρχήν, το μέσον και το πέρας πάντων των όντων» (Νομ. Δ' 713ε).

Ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.) όρισε το θείον ως «το πρώτον κινούν άκίνητον», ως «Νόησιν Νοήσεως» και ως «Ζώον αΐδιον άριστον» (Μεταφ. 1072, Β' 29) ορίζοντας έτσι την πίστη του σε μια υπερβατική αρχή. Υπεράσπισε την ενότητα της θείας ουσίας ως εξής: «ουκ πολυκοιρανιη εις κοίρανος» (Μεταφ. 1076Α). Αρνήθηκε κατηγορηματικά τις ανόητες περί θεών πίστεις της αρχαιοελληνικής θρησκείας και γι' αυτό κατηγορήθηκε για αθεϊσμό!

Οι Στωικοί, ακολουθώντας τη διδασκαλία του Ζήνωνα καθιέρωσαν την πίστη στον ένα θεό και ερμήνευσαν τους μύθους του Ομήρου αλληγορικά (Ρ. NILSSON Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής θρησκείας, Αθήναι 1977, σελ. 304).

Αρνητές της αρχαιοελληνικής ειδωλολατρικής θρησκείαςυπήρξαν ακόμα ο Καρνεάδης, ο Θεόδωρος ο Κυρηναίος, ο Λεύκιππος, ο Δημόκριτος, ο Επίκουρος και όλοι οι σοφιστές, οι κυνικοί και οι στωικοί φιλόσοφοι.

Το τελειωτικό κτύπημα στην αρχαία ειδωλολατρική θρησκεία, το έδωσε ο Ευήμερος ο Μεσσήνιος (317-297 π.Χ.) ο οποίος διατύπωσε τη θεωρία, η οποία έγινε τελικά ευρέως αποδεκτή, πως οι θεοί της αρχαιοελληνικά θρησκείας ήταν κάποιοι επιφανείς άνθρωποι της πολιάς αρχαιότητας, τους οποίους οι άνθρωποι λόγω αμάθειας θεοποίησαν!

Έχοντας όλα αυτά υπόψη του ο Άγιος Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυρας (165 μ.Χ.) έγραψε πως «Οι μετά λόγου βιώσαντεςχριστιανοί είσί, καν άθεοι ένομίσθησαν, οίον εν Ελλησι μενΣωκράτης και Ηράκλειτος και οι όμοιοι αυτοίς» (Ίουστ. Α' Άπολ. α' 46,3, ΒΕΠΕΣ 3,186) και «Ούχ αλλότρια εστί τα του Πλάτωνος διδάγματα του Χρίστου, όσα ούν παρά πάσι καλώς είρηται ημών των Χριστιανών εστί» (Ίουστ. Β' Άπολ. 13, 2-4, ΒΕΠΕΣ 3, 207)! Ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας επίσης μίλησε περί «ειδικής αποκαλύψεως» από το θεό στους αρχαίους Έλληνες σοφούς! (Προτρεπτ. VI, ΒΕΠΕΣ 7, 52)!

Αργότερα, με το έπος και την σπουδή των κλασικών ο βυζαντινός αναλαμβάνει την ελληνική του καταγωγή, χωρίς να αισθάνεται πως κάτι τέτοιο βλάπτει την χριστιανικότητά του, συνδυάζοντας φιλοσοφία και θεολογία και ανακηρύσσοντας θαρραλέα τους σοφούς της αρχαιότητας χριστιανούς προ του γράμματος! Συναρμόζοντας τους αρχαίους με τους μέσους αιώνες στην ψυχή τους, οι άνθρωποι εκείνης της εποχής απεργάζονται δυναμικά την ιστορική του Έθνους συνέχεια, το δε όραμα τους θα ζωντανέψει στους νάρθηκες των Εκκλησιών, όπου ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και άλλοι μεγάλοι του προχριστιανικού ελληνισμού θα ιστορηθούν με αμφίεση προφητών. Ο νεώτερος ελληνισμός, όπως άλλωστε και ο βυζαντινός που τον γέννησε, δεν συνιστούν παράλληλα ή προδρομικά φαινόμενα των νεώτερων χρόνων της Ευρώπης, αλλά συνιστούν, και εδώ έγκειται η εθνική μας ιδιορρυθμία, ανάπλαση και μεταστοιχείωση ενός και του αυτού λαού, από εσωτερική περίσσεια και όχι από εξάντληση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.
πηγή:zoiforos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου